Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

Το κίνημα MeToo και οι υποχρεώσεις της Ελληνικής πολιτείας

Θα πρέπει τα θύματα να πειστούν ότι οι καταγγέλλοντες και οι προστατευόμενοι μάρτυρες προστατεύονται σοβαρά απέναντι σε τυχόν πράξεις αντιποίνων. Δυστυχώς, τέτοια εμπιστοσύνη δεν γεννά η στάση της σημερινής κυβέρνησης.



Οι πρόσφατες καταγγελίες των σεξουαλικών επιθέσεων και το κίνημα υποστήριξης των θυμάτων είναι η πιο σημαντική κοινωνική παρέμβαση που έχει γίνει με συλλογικούς όρους από Έλληνες καλλιτέχνες τις τελευταίες δεκαετίες. Το ερώτημα «που είναι οι διανοούμενοι αυτού του τόπου;» που για χρόνια έμενε αναπάντητο έχει πλέον απαντηθεί. Είναι εδώ, παρόντες και ατρόμητοι και συγκρούονται με τα θεμέλια των πατριαρχικών αντιλήψεων και με τους όρους των σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης που συμβαίνουν στους εργασιακούς χώρους. Για αυτό έχουν ήδη προκαλέσει το φόβο διαφόρων κέντρων εξουσίας και όλων εκείνων που τόσα χρόνια γίνονταν οι φορείς της σεξουαλικής και εργασιακής εκμετάλλευσής τους.

Ενέργειες αποκάλυψης τέτοιων εγκλημάτων θα έπρεπε αυτονόητα να ενθαρρύνονται και να διευκολύνονται. Τα θύματα θα έπρεπε να βρίσκουν το τεντωμένο χέρι της πολιτείας για να πιαστούν από αυτό. Όμως, αντίθετα, η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα για να τα κάνει να νιώσουν την ελάχιστη αναγκαία ασφάλεια. Δεν ενήργησε καν για να απομακρύνει έγκαιρα από την κρίσιμη θέση τον άνθρωπο στον οποίο είχαν επικεντρωθεί οι καταγγελίες, έστω επικαλούμενη διοικητικούς λόγους, όπως αντίθετα με ευκολία είχε κάνει επικαλούμενη λόγους «δημοσίου συμφέροντος», όταν φρόντισε να τον διορίσει ακυρώνοντας τη σχετική προκήρυξη.

Αποδείχθηκε ότι δεν πρέπει να περιμένει κανείς τίποτα σε σχέση με την κοινωνική πρόνοια και την προστασία των θυμάτων από αυτή την κυβέρνηση. Δεν την ενδιαφέρει η καταπολέμηση της κοινωνικής ρίζας του φαινομένου των σεξουαλικών επιθέσεων.

Ήδη ψελλίζονται πάλι αποπροσανατολιστικά επιχειρήματα –«ξαναζεσταμένο φαΐ», σχετικά με τους νέους Ποινικούς Κώδικες. Αξίζει, λοιπόν, έγκαιρα να ξεκαθαριστεί πως πράξεις που αναφέρονται στην επικαιρότητα ότι έχουν τελεστεί σε απώτατο χρόνο στο παρελθόν υπάγονται στις διατάξεις του παλαιού Ποινικού Κώδικα, ενώ άλλες βαρύτερες πράξεις που είναι κακουργήματα δεν έχουν παραγραφεί και με όσα ισχύουν στο νέο Ποινικό Κώδικα. Άλλωστε, με το νέο Ποινικό Κώδικα είναι γνωστό ότι διευρύνθηκε ο ορισμός του βιασμού ώστε πια ακόμη και εκείνος που απλά επιχειρεί οποιαδήποτε γενετήσια πράξη έναντι άλλου, ακόμη και χωρίς βία ή απειλή, τιμωρείται για κακούργημα.

Όταν μάλιστα ο δράστης στρέφεται κατά ανηλίκου αντιμετωπίζει δυο ποινές και όχι μόνο μία. Μία ποινή γιατί προσβάλλει την αγνότητα του ανηλίκου και μία ποινή γιατί προσβάλλει την ελευθερία και το σώμα του. Εξάλλου, οι ποινές με το νέο Π.Κ. εκτίονται πραγματικά και σε μεγαλύτερο μέρος από ό,τι με τον παλαιό Π.Κ., υπό την ισχύ του οποίου όλα τα πλημμελήματα εξαγοράζονταν από όποιον είχε χρήματα.

Τι ειρωνεία, λοιπόν, θα είναι αν αυτοί που ολιγώρησαν να δράσουν, κάνουν τώρα ότι ενδιαφέρονται για την παραγραφή! Το θράσος των στελεχών της ΝΔ θα είναι πολύ μεγάλο εάν εμφανιστούν όχι για να απολογηθούν για την έλλειψη ευθιξίας και την ανεπάρκεια της κυβέρνησής τους, αλλά για να εισφέρουν επιχειρήματα υπέρ των δραστών, σε μια τυφλή προσπάθειά να αποσείσουν την κυβερνητική φθορά.

Η αλήθεια είναι, λοιπόν, ότι εκείνο που χρειάζεται επιτακτικά να γίνει είναι ο σχεδιασμός και η εφαρμογή στην πράξη ενός πλαισίου κοινωνικής και δικονομικής προστασίας και οικονομικής και νομικής αρωγής των θυμάτων, προκειμένου αυτά να βρίσκουν τη δύναμη και να προσέρχονται στις αρμόδιες αρχές για να καταγγείλουν τις εναντίον τους πράξεις. Ακόμη και η μεγαλύτερη δυνατή παραγραφή δεν θα αρκεί, όσο το θύμα δεν θα νιώθει την ασφάλεια να έρθει να καταγγείλει τον δράστη. Επίσης, όσο αυστηρότερες κι αν γίνουν οι ήδη αυστηρές ποινές, πάντα θα πρέπει, για να επιβληθούν αυτές, να έχει υπάρξει καταγγελία, σοβαρή και ουσιαστική έρευνα του εγκλήματος, σύλληψη του δράστη και πραγματική έκτιση της ποινής.

Το να νιώσουν, όμως, τα θύματα ασφάλεια και ότι οι αρχές συμβάλλουν ουσιαστικά στη διερεύνηση των εγκλημάτων που καταγγέλλονται δεν είναι μόνο ζήτημα σχεδιασμού και ενδυνάμωσης θεσμών υποστήριξής τους, αλλά και ζήτημα αύξησης της εμπιστοσύνης που έχουν στο ότι η εξουσία θα ανταποκριθεί ειλικρινά στις ανάγκες τους, αξιοποιώντας το πλαίσιο αυτό. Προϋποθέτει, για παράδειγμα, ότι απέναντί τους θα βλέπουν έναν πρωθυπουργό που σέβεται τις διαδικασίες και όχι κάποιον που αλλάζει το νόμο για να διορίσει φίλους του είτε αυτό αφορά στο Εθνικό Θέατρο, είτε στην ΕΥΠ, είτε σε άλλες σχετικές κομβικές θέσεις.

Ότι θα βλέπουν ότι υφίσταται ειλικρινής βούληση να σπάσει το απόστημα ισχυρών κυκλωμάτων και ότι δεν εμφανίζονται ολιγωρίες σε σχέση με τις αναγκαίες ενέργειες. Να είναι αυτονόητες ενέργειες όπως η άμεση ανάληψη των ευθυνών από τους αρμόδιους υπουργούς ή η γρήγορη και αποτελεσματική συλλογή του κρίσιμου αποδεικτικού υλικού από τις προανακριτικές αρχές, ιδίως το άνοιγμα των τηλεφώνων με τις αναγκαίες άρσεις απορρήτου και τις αναγκαίες συσχετίσεις προσωπικών δεδομένων. Θα πρέπει τα θύματα να πειστούν ότι οι καταγγέλλοντες και οι προστατευόμενοι μάρτυρες προστατεύονται σοβαρά απέναντι σε τυχόν πράξεις αντιποίνων.

Δυστυχώς, τέτοια εμπιστοσύνη δεν γεννά η στάση της σημερινής κυβέρνησης. Έτσι, η ενδυνάμωση του κινήματος υποστήριξης των θυμάτων καταγγελιών σεξουαλικών επιθέσεων είναι μια ευκαιρία προκειμένου η χώρα να συζητήσει σοβαρά και με ψυχραιμία για τους θεσμούς αντιμετώπισης της διαφθοράς και της διαπλοκής της με φαινόμενα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και όχι να παρασυρθεί από τις μικροπολιτικές σπασμωδικές κινήσεις των στελεχών της κυβερνώσας παράταξης.

(Ο Μιχάλης Καλογήρου είναι διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αλέξη Τσίπρα, πρώην υπουργός Δικαιοσύνης)

ΠΗΓΗ:left.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: