Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

Φτώχεια γένους ελληνικού

Το κείμενο που ακολουθεί είναι τμήμα ευρύτερης μελέτης που πραγματοποίησε για λογαριασμό του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας ο Θόδωρος Μητράκος για τις οικονομικές ανισότητες και τη φτώχεια στην Ελλάδα. Σε σύγκριση, αφενός, με τις εξελίξεις των σχετικών μεγεθών στην ΕΕ, αφετέρου, με την προ του μνημονίου κατάσταση. Ειδικότερα, εξετάζεται η επίδραση των δημοσιονομικών μέτρων και της φορολογίας στα φαινόμενα αυτά και επισημαίνεται η μεταβολή προς το χειρότερο της θέσης
των νέων και των παιδιών.

Τα πρόσφατα χρόνια, νέοι παράγοντες φαίνεται να επηρεάζουν τόσο τις διαχρονικές μεταβολές της ανισότητας και της φτώχειας όσο και τη δομή τους. Ο πρώτος παράγοντας αφορά τις δημογραφικές μεταβολές. Η εμφανέστερη από όλες είναι η σταδιακή γήρανση του πληθυσμού και η αύξηση του πληθυσμιακού μεριδίου των συνταξιούχων. Ταυτόχρονα μειώνεται η οικονομική σημασία του αγροτικού τομέα και η πληθυσμιακή μερίδα των αγροτών. Καθώς και τα δύο αυτά στρώματα χαρακτηρίζονται από βιοτικό επίπεδο χαμηλότερο του εθνικού μέσου όρου, παρατηρείται αντίστοιχη μεταβολή και στη δομή της φτώχειας. Ο δεύτερος παράγοντας έχει να κάνει με τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας για μία δεκαετία. Κατά το διάστημα αυτό, το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού βελτιώθηκε σημαντικά. Ταυτόχρονα, καταγράφεται αύξηση του μεριδίου των εισοδημάτων κεφαλαίου, τα οποία κατευθύνονται στα ευπορότερα τμήματα του πληθυσμού, ενώ παράλληλα αυξήθηκε ανησυχητικά και σταθεροποιήθηκε σε σχετικά υψηλά επίπεδα η ανεργία, ιδίως η μακροχρόνια. Η ανεργία αυτή πλήττει με δυσανάλογο τρόπο συγκεκριμένα τμήματα του πληθυσμού, όπως οι γυναίκες και οι νέοι.
Οι εξελίξεις αυτές επηρέασαν αρνητικά τόσο την ανισότητα όσο και τη σχετική φτώχεια. Στον αντίποδα, παρατηρούμε τη σταδιακή εμφάνιση και ενδυνάμωση κοινωνικών πολιτικών που σκοπό έχουν να καταπολεμήσουν την ανισότητα, τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Οι πολιτικές αυτές φαίνεται να είναι κάπως αποτελεσματικές στο να περιορίζουν την ένταση της φτώχειας των ηλικιωμένων, αλλά αποδεικνύονται μάλλον ανεπαρκείς για άλλες κοινωνικά ευπαθείς ομάδες. Αντίθετα με τις παροχές, η επίδραση του φορολογικού συστήματος στη μείωση των ανισοτήτων είναι πολύ περιορισμένη σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Ανισότητες και μετανάστευση
Τέλος, ο σημαντικότερος ίσως παράγοντας που επηρεάζει την κατανομή του εισοδήματος και τη φτώχεια κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες είναι η μαζική είσοδος μεταναστών στην Ελλάδα. Η συνολική επίδρασή τους στην οικονομία κρίνεται θετική, αλλά δεν επωφελήθηκαν όλα τα στρώματα του γηγενούς πληθυσμού εξίσου. Οι ίδιοι οι μετανάστες έχουν βιοτικό επίπεδο χαμηλότερο του γηγενούς πληθυσμού, γεγονός που επιδεινώνει τα παρατηρούμενα διαστρωματικά επίπεδα ανισότητας και φτώχειας. Η εικόνα όμως μεταβάλλεται ταχύτατα, καθώς τα παλαιότερα στρώματα των μεταναστών ενσωματώνονται στην ελληνική οικονομία και την κοινωνία, αλλά εμφανίζονται νέες ομάδες με ακόμη χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο.
Κατά πάσα πιθανότητα οι αλλαγές τα τελευταία χρόνια δεν ήταν προς την κατεύθυνση μείωσης των ανισοτήτων. Η φορολογία εισοδήματος έγινε λιγότερο προοδευτική, η αύξηση των συντελεστών του Φόρου Προστιθεμένης Αξίας (ΦΠΑ), αλλά και η καθιέρωση του Ενιαίου Τέλους Ακίνητης Περιουσίας (ΕΤΑΚ) εκτιμάται ότι οδήγησαν στο να μειωθεί δυσανάλογα η πραγματική αγοραστική δύναμη των φτωχότερων νοικοκυριών, ενώ οι μεγάλες αυξήσεις τιμών στα τρόφιμα και στα καύσιμα επηρέασαν τους φτωχούς πολύ περισσότερο από τα πιο πλούσια νοικοκυριά. Το 2009 η ελληνική οικονομία μπήκε σε φάση ύφεσης. Οι άμεσες προοπτικές ως προς την εξέλιξη των εισοδημάτων και της ανεργίας κάθε άλλο παρά θετικές δείχνουν να είναι, και δεν είναι καθόλου απίθανο να δούμε για πρώτη φορά κατά τις τελευταίες δεκαετίες σημαντική αύξηση της φτώχειας ακόμη και σε απόλυτους όρους.
Οι πρόσφατες διαστάσεις
της παιδικής φτώχειας

Τα τελευταία χρόνια τα περισσότερα κράτη αναγνωρίζουν όλο και περισσότερο το πρόβλημα της παιδικής φτώχειας. Το γεγονός αυτό σχετίζεται με τις σημαντικές διαστάσεις αλλά και τη διεύρυνση του προβλήματος. Όπως αναφέρεται στις σχετικές εκθέσεις της UΝΙCΕF, περίπου 50 εκατομμύρια παιδιά του ανεπτυγμένου κόσμου των χωρών του ΟΟΣΑ ζουν σήμερα κάτω από το όριο της φτώχειας. Παρά το γεγονός ότι στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες από το 1950 και μετά διπλασιάστηκε ή υπερδιπλασιάστηκε το εθνικό εισόδημα, ένα σημαντικό ποσοστό των παιδιών ζει σε οικογένειες τόσο φτωχές ώστε να απειλείται η υγεία του αλλά και η ανάπτυξή του. Στην Ελλάδα, η παιδική φτώχεια φαίνεται να βρίσκεται σε μια διαδικασία διεύρυνσης καθώς, με βάση τα στοιχεία της Εurostat, καταγράφεται μια μετατόπιση των ποσοστών παιδικής φτώχειας σε υψηλότερα επίπεδα μετά το 2002. Αντίθετα μάλιστα με ό,τι συνέβη στις περισσότερες άλλες χώρες της ΕΕ, το ποσοστό των παιδιών μέχρι 15 ετών που ζουν κάτω από το όριο της σχετικής φτώχειας στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες το 2006 και μια επιπλέον μονάδα το 2007 φθάνοντας το 23% (και το 2008), έναντι 19% το 2005 (βλ. Διάγραμμα 10). Με βάση το προηγούμενο ποσοστό παιδικής φτώχειας, περίπου 450.000 παιδιά ζουν και μεγαλώνουν στη χώρα μας σε φτωχά νοικοκυριά.
Τάσεις στην Ελλάδα και στην ΕΕ
Με βάση τα επίσημα στοιχεία το 20% του πληθυσμού της Ελλάδας το 2008 ή δύο και πλέον εκατομμύρια άτομα βρίσκονται κάτω από το χρηματικό όριο της φτώχειας. Σε κάθε περίπτωση οι διαστάσεις της φτώχειας στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερες από κάθε άλλη χώρα της ΕΕ-15 (ίδιο ποσοστό 20% φτώχειας το 2008 με την Ισπανία, ΕΕ-15: 16%). Το βάθος ή χάσμα της φτώχειας, το οποίο αναφέρεται στην εισοδηματική κατάσταση των ατόμων που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας, ανέρχεται για την Ελλάδα στο 25% (ΕΕ-15: 21%), που σημαίνει ότι πάνω από το 50% των φτωχών κατέχουν εισόδημα μεγαλύτερο από το 75% του ορίου της φτώχειας.
Δυσανάλογα υψηλή συμβολή στη διαμόρφωση της συνολικής φτώχειας εμφανίζονται να έχουν τα μέλη των αγροτικών νοικοκυριών, οι ηλικιωμένοι, τα μέλη νοικοκυριών με αρχηγό απασχολούμενο του πρωτογενή τομέα, συνταξιούχο ή άνεργο, καθώς και τα μέλη των νοικοκυριών με αρχηγό άτομο χαμηλού εκπαιδευτικού επιπέδου. Η συνδυασμένη ανάλυση όλων αυτών των μεταβλητών δείχνει ότι, όταν απομονωθεί η (σημαντική) αλληλεπίδρασή τους, ως κατεξοχήν παράγοντες φτώχειας προβάλλουν το χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο, η κατάσταση ανεργίας του αρχηγού του νοικοκυριού και η διαμονή σε αγροτικές περιοχές. Αντίθετα, η απασχόληση του αρχηγού στον πρωτογενή τομέα και η μεγάλη ηλικία δεν διατηρούν πάντοτε την οικονομική και τη στατιστική τους σημαντικότητα.
Η φτώχεια απειλεί πιο πολύ
τους νέους

Η κατάσταση αυτή παραμένει εντυπωσιακά σταθερή κατά την τελευταία τριακονταετία. Ωστόσο, ορισμένες πρόσφατες εξελίξεις είναι ιδιαίτερα σημαντικές. Ειδικότερα, τα τελευταία χρόνια η φτώχεια φαίνεται να μετατοπίζεται από την ομάδα των ηλικιωμένων προς την ομάδα των νεώτερων ζευγαριών με παιδιά αλλά και προς τους νέους εργαζομένους. Σε αυτό φαίνεται να έχει συμβάλει η δυσκολία πρόσβασης των νέων στην απασχόληση και οι νέες μορφές ευελιξίας της αγοράς εργασίας (μερική απασχόληση, συμβάσεις έργου, εργασία «φασόν» κ.ά.). Επιπλέον, ανάλογες μετατοπίσεις καταγράφονται από τις αγροτικές προς τις αστικές περιοχές και από τους λιγότερο εκπαιδευμένους προς τις μεγαλύτερες εκπαιδευτικές βαθμίδες. Παλαιότερα το μερίδιο των αγροτών στη συνολική φτώχεια ήταν ιδιαίτερα υψηλό ενώ μειώνεται σημαντικά στα πιο πρόσφατα χρόνια με τη συρρίκνωση του αγροτικού τομέα και τη γήρανση του πληθυσμού.
Οι εκπαιδευτικές ανισότητες φαίνεται να είναι πολύ πιο στενά συνδεδεμένες με τις οικονομικές ανισότητες σε σχέση με άλλους δημογραφικούς και κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες (επάγγελμα, ηλικία, μέγεθος και σύνθεση νοικοκυριού, περιφέρεια διαμονής, φύλο κ.ά.). Η εκπαίδευση μπορεί από μόνη της να ερμηνεύσει σχεδόν το 1/4 της συνολικής ανισότητας. Κατά συνέπεια, πολιτικές που αποσκοπούν στην άμβλυνση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων είναι βέβαιο ότι μακροχρόνια οδηγούν στον περιορισμό των οικονομικών ανισοτήτων αλλά και της φτώχειας.


ΕΝΑΣ ΠΟΣΟΣΤΟ ΜΕ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΣΗΜΑΣΙΑ, ΟΧΙ  ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΗ ΓΑΛΛΙΑ
Μία στις τρεις μονογονεϊκές κάτω από το όριο της φτώχειας
Οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη γίνονται πιο έντονα ορατές στις μονογονεϊκές οικογένειες.
Όπως παρατηρεί σε σχετική δημοσιογραφική έρευνα η γαλλική «Λε Μοντ», οι μονογονεϊκές οικογένειες στη Γαλλία (αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα) αυξήθηκαν με γοργούς ρυθμούς (πάνω από 150%) από το 1968 ως το 2005, αποτελώντας πια το 16% του συνόλου των οικογενειών από 6% που ήταν το 1968.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι το στοιχείο που αναδείχθηκε ακόμη περισσότερο σε συνθήκες οικονομικής κρίσης: το 2008 το 30% των μελών μονογονεϊκών οικογενειών ζούσε κάτω από το όριο της φτώχειας. Γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, αφενός, οι αμοιβές ενός μόνο γονέα δεν είναι αρκετές για να καλύψουν τις βασικές ανάγκες της οικογένειας, αφετέρου ότι οι κοινωνικές παροχές προς τις μονογονεϊκές οικογένειες έχουν περιοριστεί σημαντικά και αδυνατούν να συγκρατήσουν πάνω από το όριο της φτώχειας 1 στις 3 μονογονεϊκές οικογένειες.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η έγκυρη γαλλική εφημερίδα, το ποσοστό φτώχειας για τις οικογένειες με τρία ή περισσότερα παιδιά, αλλά με δύο γονείς είναι 20% (παρά τη σημαντική επιβάρυνση που σημαίνουν τα τρία ή τέσσερα και πλέον παιδιά). Ενώ το ίδιο ποσοστό για τις οικογένειες με δύο γονείς και δύο παιδιά πέφτει στο 8,6%.
Τρέχοντας προς την ανέχεια
Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση, ο δήμος Παρισιού αποφάσισε να ενισχύσει τις οικογένειες αυτές με ένα μηνιαίο επίδομα 120 ευρώ. Σύμφωνα με τα στοιχεία του δήμου, από το 2002 ως το 2009 ο αριθμός των μονογονεϊκών οικογενειών που παίρνουν αυτό το επίδομα, διπλασιάστηκε!
Είναι φανερό ότι το μοντέλο της εξόδου στην αγορά εργασίας και των δύο γονέων, προκειμένου να εξασφαλιστεί το κοινωνικά αναγκαίο βιοτικό επίπεδο μιας οικογένειας, παρουσιάζει σοβαρά ρήγματα σε συνθήκες κρίσης.
Δεν είναι μόνο η δομική άνοδος της ανεργίας που το υπονομεύει σταθερά στερώντας πολύ συχνά την απασχόληση ή την πλήρη απασχόληση από τον ένα γονιό. Η διαρκής μείωση του μεριδίου της εργασίας τις τελευταίες δεκαετίες, που αποδεκάτιζε συστηματικά το πραγματικό οικογενειακό εισόδημα των λαϊκών τάξεων, αναδεικνύεται σήμερα ως βασική αιτία του εκρηκτικού προβλήματος των μονογονεϊκών οικογενειών. Όταν με το εισόδημα και των δύο γονέων μετά βίας αρκεί,  το εισόδημα του ενός μόνο γονέα οδηγεί με πολύ γρήγορα βήματα πέρα από τα όρια της φτώχειας.
Χ.

ΑΝΙΣΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΑΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
«Κοινωνική αρωγή» στη θέση της ασφάλισης


Ο διακηρυγμένος στόχος της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας να αναδειχθεί στα επόμενα χρόνια η κοινωνική ασφάλιση ως θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, μοιάζει σήμερα ουτοπικός σε συνθήκες παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και γενικευμένης επίθεσης εναντίον των δημόσιων συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στις αναπτυγμένες οικονομικά χώρες.
Ιδίως στις φτωχές χώρες, όπου η φτώχεια, η πείνα και οι πανδημίες βυθίζουν εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων στην αθλιότητα, ο στόχος αυτός φαντάζει άπιαστο όνειρο.
Αν, όμως, τα κίνητρα της ΔΟΕ δεν φαίνονται αρκετά για να θέσουν σε κίνηση ένα μηχανισμό και δυνάμεις ικανές να οδηγήσουν σε μια προσέγγιση αυτού του στόχου, κάποιες αδήριτες οικονομικές ανάγκες τείνουν να προωθήσουν μια πιο συντηρητική παραλλαγή.
Μπροστά στους αποστομωτικούς αριθμούς που αποτυπώνουν μια κατάσταση διαιώνισης του φαύλου κύκλου της φτώχειας και της οικονομικής καθυστέρησης, όχι μόνο ο ΟΗΕ, αλλά και το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα και οι G20 αρχίζουν να αναζητούν μορφές «κοινωνικής προστασίας», που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως μοχλοί οικονομικής ανάπτυξης με διάρκεια.
Ασφάλιση και εσωτερική ζήτηση
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της γαλλικής «Λε Μοντ», οι κύκλοι αυτοί εκτιμούν πως η οικονομική κρίση ανέδειξε την ανάγκη ενός πυλώνα «κοινωνικής προστασίας», που θα συνιστά «ζωτικό σταθεροποιητικό παράγοντα ενίσχυσης της εσωτερικής ζήτησης». Στην οποία μπορεί να στηριχθεί, ιδίως στις χώρες με μεγάλο πληθυσμό, μια σχεδιασμένη προσπάθεια αναστροφής της ύφεσης και ενίσχυσης της διαδικασίας οικονομικής ανάπτυξης.
Δεν πρόκειται, προφανώς, για μια εκδήλωση κοινωνικής ευαισθησίας και αλληλεγγύης. Πρόκειται για την απλή διαπίστωση ότι σχέδια για οποιουδήποτε είδους αποκόλληση του τρίτου κόσμου από το οικονομικό τέλμα, καθώς και προοπτικές συνέχισης των ρυθμών ανάπτυξης των «αναδυόμενων» χωρών δεν μπορούν να υλοποιηθούν σε χώρες με πληθυσμούς που αναγκάζονται να ζήσουν με μισό δολάριο τη μέρα, χωρίς οποιαδήποτε κοινωνική υποστήριξη, χωρίς αίσθημα στοιχειώδους ασφάλειας.
Η στατιστική διαπίστωση πως τα ¾ του παγκόσμιου πληθυσμού – ποσοστό που στη Νότια Αφρική σκαρφαλώνει στο 90%– δεν καλύπτονται από οποιοδήποτε δίκτυο κοινωνικής ασφάλισης, τα λέει όλα.
Βέβαια, θα ήταν ουτοπικό να περιμένουμε οι ίδιοι που διέλυσαν και συνεχίζουν να στοχοποιούν τα ευρωπαϊκού τύπου δίκτυα κοινωνικής ασφάλισης, θα τα επανέφεραν τώρα από την πίσω πόρτα, μέσω των μη αναπτυγμένων οικονομικά ή των αναδυόμενων χωρών.
Από την ασφάλιση στην αρωγή
Στο σχετικό ρεπορτάζ της γαλλικής «Λε Μοντ» διευκρινίζεται ότι τα συστήματα «κοινωνικής προστασίας» που σχεδιάζονται σ’ αυτές τις χώρες, δεν στηρίζονται στις ασφαλιστικές εισφορές που συνδέονται με την αμοιβή της εργασίας, αλλά παίρνουν τη μορφή της «άμεσης βοήθειας προς τις οικογένειες».
Εδώ το παράδειγμα της Βραζιλίας προσφέρεται για σκέψη: με το πρόγραμμα «Bolsa familia» της εκεί κυβέρνησης Λούλα, 13 εκ. οικογένειες, δηλαδή κάπου 50 εκ. άνθρωποι, επωφελήθηκαν εξασφαλίζοντας τα στοιχειώδη για την επιβίωσή τους (που δεν ήταν μέχρι πρόσφατα καθόλου διασφαλισμένα…)
Παρόμοια προγράμματα «κοινωνικής αρωγής» εξελίσσονται και στη Νότια Αφρική, όπου το 50% του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας (δηλαδή με λιγότερα από 1 ευρώ τη μέρα).
Κάθε μήνα, σύμφωνα με το πρόγραμμα αυτό, θα καταβάλλονται στους υπερήλικες ή τους ανίκανους προς εργασία 117 ευρώ το μήνα και για κάθε παιδί (που πρέπει να πηγαίνει, όμως, στο σχολείο…) 27 ευρώ.
Η αποδέσμευση αυτών των παροχών από την εργασία και την αμοιβή της (ή από την κατάσταση της ανεργίας) μπορεί να μην πολυενδιαφέρει τον άνθρωπο που θα καταφέρνει να επιβιώσει με τα επιδόματα αυτής της «κοινωνικής αρωγής» ή της «κοινωνικής προστασίας». Ωστόσο, ο χαρακτήρας τους καταφανώς απέχει από το χαρακτήρα των μέτρων και θεσμών κοινωνικής ασφάλισης και προσεγγίζει τους νέους θεσμούς διαχείρισης της φτώχειας, που βρίσκεται ορισμένες φορές πίσω και από τα μέτρα προνοιακού τύπου.
Η έγνοια των σύγχρονων κοινωνιών που ζουν υπό την κυριαρχία της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, δεν είναι πώς θα αποφύγουν, πώς θα προλάβουν με μέτρα κοινωνικής ασφάλισης την εξαθλίωση του εργαζόμενου πληθυσμού, αλλά, αποδεχόμενες την προοπτική της πτώχευσης μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων, ενδιαφέρονται για το πώς θα τις προστατεύσουν από την πλήρη εξαθλίωση ή εξουθένωση με μέτρα βοηθηματικού τύπου.

ΠΗΓΗ: ΕΠΟΧΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: